Ο όρος κολλάζ προέρχεται από το γαλλικό ρήμα coller («κολλώ», «επικολλώ»), με ρίζα το ουσιαστικό colle («κόλλα»), το οποίο ανάγεται στην ελληνική λέξη κόλλα. Το γαλλικό collage σήμαινε αρχικά, κυριολεκτικά, την πράξη της επικόλλησης. Η μετάβαση από την κυριολεκτική στην καλλιτεχνική σημασία συντελείται στις αρχές του 20ού αιώνα, στο πλαίσιο του κυβισμού. Οι Pablo Picasso [Πάμπλο Πικάσσο] και Georges Braque [Ζωρζ Μπρακ] εισήγαγαν γύρω στο 1912 την τεχνική της επικόλλησης ετερογενών υλικών (αποκομμάτων εφημερίδας, ταπετσαρίας, χαρτιού) στην επιφάνεια του πίνακα. Χαρακτηριστικό ορόσημο θεωρείται το έργο Nature morte à la chaise cannée [Νεκρή φύση με ψάθινη καρέκλα] (1912) του Picasso. Παράλληλα, αναπτύχθηκε και η συγγενική τεχνική του papier collé (επικολλημένου χαρτιού), που ο Braque εφάρμοσε συστηματικά την ίδια περίοδο. Από τον χώρο των εικαστικών ο όρος διευρύνθηκε σταδιακά, ώστε να περιγράφει ανάλογες συνθετικές πρακτικές στη μουσική, στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο και στις παραστατικές τέχνες. Στις τελευταίες το κολλάζ λειτουργεί ως σύνθεση αποσπασματικών στοιχείων που οδηγούν σε νέες σημασιολογικές και αισθητικές προσεγγίσεις.
Στο θέατρο, το κολλάζ εμφανίζεται κυρίως ως δραματουργική και σκηνοθετική τεχνική που θρυμματίζει τη γραμμική αφήγηση και συνδυάζει διαφορετικούς τρόπους έκφρασης. Η πιο κοινή μορφή του είναι η συρραφή κειμενικών αποσπασμάτων (π.χ. αρχειακού υλικού, διαλόγων από άλλα έργα, θεωρητικών κειμένων, σχολίων). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρωτόλειο Μπάαλ [Baal, 1918] του Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ], όπου η αποσπασματική δομή των σκηνών αντικαθιστά τη γραμμική, λογική πλοκή, καθώς και το δραματουργικό κολλάζ των έργων του Heiner Müller [Χάινερ Μύλλερ], όπως Η Αμλετομηχανή [Die Hamletmaschine, 1977]. Επιπλέον, το κολλάζ ως δραματουργική τεχνική είναι ευρέως διαδεδομένο στο θέατρο τεκμηρίωσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το έργο Die Ermittlung [Η Ανάκριση] του Peter Weiss [Πέτερ Βάις], στο οποίο συνυφαίνονται αυτούσια τεκμήρια πρακτικών δικαστηρίου, επιτρέποντας στο κοινό να αναστοχαστεί την ιστορική πραγματικότητα.
Στη σκηνική πράξη, παραδείγματα αξιοποίησης της τεχνικής του κολλάζ συναντώνται στις παραστάσεις του Erwin Piscator [Έρβιν Πισκάτορ] και του Bertolt Brecht μέσω της συρραφής ετερόκλητων στοιχείων (τραγουδιών, προβολών, αφηγήσεων, φωτογραφιών, κινηματογραφικών αποσπασμάτων κ.ά.), στις σκηνικές δράσεις του Living Theatre, καθώς και στις θραυσματικές συνθέσεις του Tadeusz Kantor [Ταντέους Κάντορ], ενός από τους πιο εμβληματικούς δημιουργούς που εφάρμοσαν την αρχή του ασαμπλάζ [assemblage] -τρισδιάστατης παραλλαγής του κολλάζ- στη σκηνική πράξη. Επίσης, απαντάται το κολλάζ υποκριτικών στυλ, το οποίο βασίζεται στη συνύπαρξη και εναλλαγή διαφορετικών μορφών υποκριτικής μέσα στο ίδιο σκηνικό γεγονός, με στόχο τη ρήξη της ερμηνευτικής ενότητας και την αποδόμηση της θεατρικής ψευδαίσθησης, όπως συνέβαινε στις ντανταϊστικές δράσεις.
Ο όρος κολλάζ στη μουσική περιγράφει τη σύνθεση ενός έργου που βασίζεται σε προϋπάρχοντα αποσπάσματα μουσικής ή άλλου ηχητικού υλικού. Ήδη από το Μεσαίωνα συναντώνται μορφές σύνθεσης που θυμίζουν τη διαδικασία του κολλάζ (όπως το quodlibet [κβοντλίμπετ, «κατά βούληση»] και το pasticcio [παστίτσιο, «ανακάτεμα»]), ενώ ένθετες παραθέσεις παρόμοιου υλικού εμφανίζονται και σε συνθέσεις μεταγενέστερων εποχών. Ωστόσο, η συνειδητή χρήση της συγκεκριμένης τεχνικής εντοπίζεται στο έργο συνθετών του 20ού αιώνα, όπως των Charles Ives [Τσαρλς Άιβς], Αλφρέντ Σνίτκε [Alfred Schnittke], και Luciano Berio [Λουτσάνο Μπέριο]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το τρίτο μέρος του έργου Συμφωνία [Sinfonia] του Berio, στο οποίο αναπτύσσεται ένα πολυστυλιστικό κολλάζ, όπου ενσωματώνονται παραθέματα έργων του Gustav Mahler [Γκουστάβ Μάλερ] και του Samuel Beckett [Σάμιουελ Μπέκετ] και συνυφασμένα με πλήθος λαϊκών και λόγιων στοιχείων. Στη σύγχρονη ηχητική τέχνη [Sound Art], το κολλάζ απέκτησε νέες διαστάσεις μέσω πειραματισμών με την τεχνολογία (ηχογραφήσεις, επεξεργασία ήχων), όπως στις ηχητικές εγκαταστάσεις, στα ηχοτοπία και στη σύγχρονη μουσική πρωτοπορία.
Παράλληλα, το κολλάζ συνέβαλε στην ανάπτυξη νέων μορφών τέχνης. Ενδεικτικά, τα περιβάλλοντα [environments] του Allan Kaprow [Άλαν Κάπροου] χαρακτηρίστηκαν από τον ίδιο ως «κολλάζ δράσης», καθώς αποτελούνταν από θραυσματικά αντικείμενα, που διαμόρφωναν έναν χώρο δράσης. Ένα ακόμη παράδειγμα είναι η μορφή του λεκτικού / ηχητικού κολλάζ, το οποίο συνίσταται στον συνδυασμό διαφορετικών διαλόγων, ήχων ή ηχογραφημένων φωνών, με χαρακτηριστικά δείγματα στο ραδιοφωνικό θέατρο του Paul Pörtner [Πάουλ Πέρτνερ] και στα έτοιμα αντικείμενα [ready-mades] του που ανέδειξαν νέους τρόπους ακρόασης. Τέλος, η τεχνική του κολλάζ απαντά και στη σύγχρονη διευρυμένη σκηνογραφία, όπου παρατηρείται η χρήση ετερόκλητων σκηνικών στοιχείων (π.χ. ποδήλατα ή υδάτινα πλατώ), όπως στο έργο Disparitions [Εξαφανίσεις] των Richard Demarcy [Ρισάρ Ντεμαρσύ] και Teresa Motta [Τερέζα Μοτά].